ἄφαρ

ἄφαρ
Grammatical information: adv.
Meaning: `forthwith, immediately' (Il.).
Other forms: ἀφνός· ἐξαίφνης H.
Derivatives: ἀφαρεί (ἀφάρει Chantr., ἀφαρεί) ταχέως καὶ ἀκόπως (EM, H., Suid.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: One connects ἄφνω, assuming a neuter r-n-stem, Schwyzer 519, 624 n. 5; vW. 28 connects Goth. abrs `strong', comparing for the meaning Eng. fast. - I think Fur. (index) brilliantly connects (ἐξ)αίφνης (with ἐξαπίνης), and further αἶψα, -ηρός, assuming a substr. element, with α\/αι, π\/φ. He also connects αἰπύς etc., which is less evident.
Page in Frisk: 1,194

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άφαρ — ἄφαρ επίρρ. (Α) 1. ευθύς, αμέσως, αμέσως μετά, μετά από αυτό 2. πολύ 3. ξαφνικά, γρήγορα 4. ως επίθ. ταχύς, γρήγορος. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. ήδη ομηρική, αβέβαιης ετυμολ. Αρχικά πιθ. αποτελούσε αφηρημένο ουδέτερο σε r / n ουσιαστικό (πρβλ. και άφνω, με το… …   Dictionary of Greek

  • ἄφαρ — straightway poetic indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιθιοπία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής.Συνορεύει στα Β και στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Κένυα, στα ΝΑ με τη Σομαλία και στα ΒΑ με το Τζιμπουτί και την Ερυθραία.Μετά την απόσπαση της Ερυθραίας (1993), η Α. (αιθιοπ. Γιατγιόπια Μανγκουίστ) δεν έχει πλέον …   Dictionary of Greek

  • Ερυθραία — Επίσημη ονομασία: Κράτος της Ευθραίας Έκταση: 121.144 τ. χλμ Πληθυσμός: 4.298.269 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ασμάρα (395.000 κάτ. το 2001)Κράτος της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Αιθιοπία και το Τζιμπουτί (ΝΑ), ενώ στα… …   Dictionary of Greek

  • Ντανάκιλ — Πληθυσμός της ανατολικής Αφρικής ο οποίος αποτελεί την εθνική πλειονότητα του γαλλικού υπερπόντιου εδάφους, που ήταν γνωστό παλαιότερα ως Γαλλική Σομαλία και σήμερα ως Γαλλικό Έδαφος των Αφάρ και των Ισά Αφάρ (που σημαίνει οι ελεύθεροι), είναι… …   Dictionary of Greek

  • Τζιμπουτί — Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει με την Ερυθραία στα βόρεια, με την Αιθιοπία στα νότια νοτιοδυτικά και με τη Σομαλία στα νότια.Διοικητικά η Δημοκρατία χωρίζεται σε 5 περιφέρειες: Aλί Σαμπίε, Nτικίλ, Tζιμπουτί, Tατζούρα, Γιομπόκ.… …   Dictionary of Greek

  • абие — нареч. тотчас , цслав., др. русск., ст. слав. абие – то же. По Шмидту (Pluralb. 216) – к др. инд. ahnāya (из *abhnāya) тотчас , греч. ἄφαρ тотчас , ἄφνω(ς) внезапно , ирл. obann внезапно . Иначе, предполагая удлинение начального гласного,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • собака лает, ветер носит — Ср. Плюнь на нее собака лает, ветер носит. К чистому срамота не пристанет. Мельников. На горах. 1, 2. Ср. За что разгневаться, ваше благородие? У нас российская пословица: собака лает, ветер носит. Фонвизин. Недоросль. 3, 7. Цыфиркин. Ср.… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Собака лает, ветер носит — Собака лаетъ, вѣтеръ носитъ. Ср. Плюнь на нее собака лаетъ, вѣтеръ носитъ. Къ чистому срамота не пристанетъ. Мельниковъ. На горахъ. 1, 2. Ср. За что разгнѣваться, ваше благородіе? У насъ россійская пословица: собака лаетъ, вѣтеръ носитъ.… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • SINTII vel SINTIES — SINTII, vel SINTIES Thraces, qui Lemnum olim incoluerunt. Homer. Il. a. v. 593. ubi de Vulcano: ΚάππεϚον εν Λήμνῳ Ἔνθα με Σίντιες ἄνδρες ἄφαρ κομίϚαντο το εσόντα. Idem de eodem Ulysseâ θ. v. 294. Οἴχεται εἰς Λῆμνον κατὰ Σίντιας ἀγριοφώνους …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άφνου — (Μ ἄφνου, Α ἄφνω και ἄφνως) επίρρ. ξαφνικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. άφνω πιθ. < οργανική πτώση ονοματικού θέματος σε r / n (πρβλ. άφαρ), ενώ ο συσχετισμός του με το ρ. άπτω είναι αβάσιμος. Ο τ. άφνως σχηματίστηκε με το επιρρηματικό s κατά τα ούτως,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.